δόξα
ουσιαστικό1. Κατάσταση έντονης τιμής, σεβασμού και λάμψης που συνοδεύει ένα άτομο, έργο ή γεγονός λόγω αξιοσημείωτων επιτευγμάτων ή χαρακτηριστικών.
2. Ευρεία αναγνώριση και υψηλή θέση στην εκτίμηση της κοινωνίας ή του κοινού, συνοδευόμενη από δημόσια εκτίμηση.
Συνώνυμα
φήμη τιμή έπαινος αναγνώριση αίγλη υστεροφημία θρίαμβος αποθέωση διασημότητα λάμψη λαμπρότητα επιτυχία μεγαλοσύνη μεγαλοπρέπεια γκλαμουριά υπόληψη άποψη υπερηφάνεια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η δόξα του ήρθε μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς.
- Ζήτησε δόξα, όχι πλούτη.
- Οι παλιοί τραγουδούσαν για τη δόξα της πατρίδας.
- Μετά τη νίκη, η δόξα ήταν εφήμερη.
- Αν και απέκτησε δόξα, έμεινε ταπεινός.