έπαινος
ουσιαστικό1. Έκφραση έγκρισης, θαυμασμού ή αναγνώρισης για πρόσωπο, πράξη ή επίτευγμα, εκφρασμένη με λόγια, χειρονομίες ή συμπεριφορά.
Συνώνυμα
επαινισμός επαινεσμός εγκώμιο εγκωμιασμός αποθέωση κομπλιμέντο επιδοκιμασία επιβράβευση αναγνώριση διθύραμβος διθυραμβία ύμνος θαυμασμός μπράβο δόξα βραβείο
Αντώνυμα
κριτική ψόγος επιπλήξη επιτίμηση αποδοκιμασία χλευασμός κοροϊδία κατάκριση βρισιά διασυρμός επίπληξη παρατήρηση στίγμα ντροπή προσβολή πυρά καταγγελία σύσταση γελοιοποίηση διαπόμπευση κατακραυγή μάλωμα μομφή μουρμούρα ξεφτίλισμα σάτιρα κράξιμο υβρισμός καταδίκη υποτίμηση γκρίνια διαμαρτυρία εξευτελισμός πείραγμα σκάνδαλο ποινή παράπονο άδειασμα ξεφτίλα προειδοποίηση
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διευθυντής έδωσε έπαινο στους μαθητές για την προσπάθειά τους.
- Στο σχολείο του απένειμαν έπαινο για την ακαδημαϊκή του επίδοση.
- Το νέο έργο του σκηνοθέτη απέσπασε τον έπαινο της κριτικής.
- Συγκέντρωσε τόσο έπαινο όσο και πρακτική βοήθεια από την κοινότητα.
- Έλαβε έπαινο από το συμβούλιο για την εθελοντική του δράση.