αδικία

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή πράξη που χαρακτηρίζεται από έλλειψη δικαιοσύνης, όπου κανόνες, νόμοι ή ηθικά κριτήρια εφαρμόζονται άνισα και προκαλούν βλάβη ή αθέμιτη μεταχείριση σε άτομο ή ομάδα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Είναι αδικία να κατηγορείται κάποιος χωρίς αποδείξεις.
  • Η αδικία στη δίκη προκάλεσε μεγάλες δημόσιες αντιδράσεις.
  • Είναι αδικία που δεν πήρε την ευκαιρία για δουλειά.
  • Οι μαθητές διαμαρτυρήθηκαν για την αδικία στην κατανομή των πόρων.
  • Νιώθει ότι η αδικία της απόλυσης τον σημάδεψε για χρόνια.