υβρισμός
ουσιαστικόΗ προσβλητική ή υβριστική συμπεριφορά ή λόγος που σκοπό έχει να μειώσει ή να προσβάλει κάποιον με βαριές εκφράσεις ή πράξεις.
Συνώνυμα
προσβολή βρισιά ύβρις βρισιάρα βρισίδι χυδαιότητα λοιδορία ασέβεια βλασφημία κακολογία υβριστικότητα κακομεταχείριση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο υβρισμός προς τον διαιτητή τιμωρήθηκε αμέσως.
- Η συνεχής χρήση υβρισμού δεν έχει θέση σε έναν πολιτισμένο διάλογο.
- Το σχόλιό του ήταν καθαρός υβρισμός και όχι κριτική.
- Οι υβρισμοί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης συχνά κλιμακώνουν τη σύγκρουση.
- Απέφυγε τους υβρισμούς και προσπάθησε να μιλήσει ήρεμα.
- Στην έκθεση αναλύεται ο υβρισμός ως πράξη προσβολής της αξιοπρέπειας.