σεβασμός
ουσιαστικό1. Στάση ή συναίσθημα που αναγνωρίζει την αξία, τα δικαιώματα ή τη θέση ενός προσώπου, ιδέας ή θεσμού και οδηγεί σε προσοχή, ευπρέπεια και αποφυγή βλάβης ή προσβολής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ασέβεια περιφρόνηση προσβολή παραβίαση παρενόχληση διασυρμός στίγμα ύβρις απρέπεια αυθάδεια γελοιοποίηση διαπόμπευση εκφοβισμός εμπαιγμός κακομεταχείριση καταφρόνηση ξεφτίλισμα τρολάρισμα απαξίωση υποτίμηση αναίδεια χλευασμός κοροϊδία εξευτελισμός ατιμία ατιμασία απέχθεια μίσος ξυλοδαρμός παράβλεψη πείραγμα ταπείνωση αγνόηση αχαριστία βλασφημία γελοιότητα εκμετάλλευση κακοποίηση ξεφτίλα σάτιρα υβρισμός βεβήλωση καταπίεση παράβαση σκάνδαλο
Παραδείγματα χρήσης
- Ο σεβασμός προς τους γονείς και τους δασκάλους είναι θεμέλιος λίθος της κοινωνίας.
- Πρέπει να δείχνουμε σεβασμό στους ηλικιωμένους και να ακούμε τις εμπειρίες τους.
- Η εταιρεία απαιτεί σεβασμό προς τους κανόνες ασφαλείας από όλους τους εργαζόμενους.
- Ο σεβασμός προς τη φύση σημαίνει να προστατεύουμε τα δάση και τα ποτάμια.
- Στον χώρο του μνημείου όλοι στάθηκαν με σεβασμό, κρατώντας σιγή.