σεβασμός

ουσιαστικό

1. Στάση ή συναίσθημα που αναγνωρίζει την αξία, τα δικαιώματα ή τη θέση ενός προσώπου, ιδέας ή θεσμού και οδηγεί σε προσοχή, ευπρέπεια και αποφυγή βλάβης ή προσβολής.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο σεβασμός προς τους γονείς και τους δασκάλους είναι θεμέλιος λίθος της κοινωνίας.
  • Πρέπει να δείχνουμε σεβασμό στους ηλικιωμένους και να ακούμε τις εμπειρίες τους.
  • Η εταιρεία απαιτεί σεβασμό προς τους κανόνες ασφαλείας από όλους τους εργαζόμενους.
  • Ο σεβασμός προς τη φύση σημαίνει να προστατεύουμε τα δάση και τα ποτάμια.
  • Στον χώρο του μνημείου όλοι στάθηκαν με σεβασμό, κρατώντας σιγή.