απολύμανση

ουσιαστικό

Διαδικασία ή πράξη κατά την οποία καταστρέφονται, εξουδετερώνονται ή απομακρύνονται παθογόνοι μικροοργανισμοί και άλλοι βλαβεροί παράγοντες από επιφάνειες, αντικείμενα, χώρους ή υγρά με τη χρήση χημικών, φυσικών ή μηχανικών μέσων, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος μόλυνσης και να προστατευθεί η υγεία.

Συνώνυμα

αποστείρωση αντισηψία απορρύπανση εξυγίανση άσηπση καθάρισμα καθαρισμός ψεκασμός καθαριότητα εκκαθάριση

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απολύμανση των χεριών μειώνει τη μετάδοση των μικροβίων.
  • Οι τεχνικοί ολοκλήρωσαν την απολύμανση του σχολείου μετά το κρούσμα.
  • Η απολύμανση του πόσιμου νερού γίνεται με χλώριο ή υπεριώδη ακτινοβολία.
  • Στο νοσοκομείο η απολύμανση των ιατρικών εργαλείων ακολουθεί αυστηρά πρωτόκολλα.
  • Η απολύμανση του χώρου έγινε προληπτικά μετά το ξέσπασμα της γρίπης.