κομπλιμέντο
ουσιαστικό1. Λεκτική ή γραπτή έκφραση επαίνου, εκτίμησης ή θαυμασμού προς κάποιον για χαρακτηριστικό, πράξη ή εμφάνιση.
2. Ευγενική παρατήρηση που αποσκοπεί στο να ευχαριστήσει ή να ενισχύσει την αυτοεικόνα του αποδέκτη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έκανα ένα κομπλιμέντο για το σχέδιό σου γιατί ήταν πολύ πρωτότυπο.
- Το κομπλιμέντο του ήταν σαρκαστικό και κανείς δεν το πήρε στα σοβαρά.
- Πάντα λέει ένα κομπλιμέντο για να σπάσει τον πάγο σε νέες γνωριμίες.
- Ευχαριστώ για το κομπλιμέντο, αλλά δεν ήταν δουλειά ενός μόνο ατόμου.
- Το κομπλιμέντο που άκουσε την έκανε να κοκκινίσει από ντροπή.