ομαδικά
επίρρημα1. Με τρόπο που πραγματοποιείται ή αφορά περισσότερα άτομα μαζί, ως ομάδα.
2. Με συλλογική συμμετοχή ή συνεργασία μεταξύ των μελών μιας ομάδας.
3. Όταν η δράση ή η κατάσταση αναφέρεται στην ομάδα συνολικά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο εργαστήριο δουλεύουμε ομαδικά για να ολοκληρώσουμε το έργο.
- Αγόρασαν ομαδικά εισιτήρια για τη συναυλία και εξοικονόμησαν χρήματα.
- Οι εργαζόμενοι απολύθηκαν ομαδικά μετά τη λήξη του συμβολαίου.
- Εμβολιαστήκαμε ομαδικά στο δημοτικό ιατρείο.
- Οι κάτοικοι αντέδρασαν ομαδικά στην απόφαση του δήμου.