συλλογικά
επίρρημα1. Με τρόπο που αφορά, περιλαμβάνει ή εκτελείται από το σύνολο των μελών μίας ομάδας ή συλλογικότητας και όχι ατομικά.
2. Σε σχέση με το αποτέλεσμα ή την εικόνα που προκύπτει από τη συνένωση επιμέρους στοιχείων, ως γενική έκβαση του συνόλου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ατομικά ατομικώς μεμονωμένα ξεχωριστά ιδιωτικά προσωπικά μοναχικά αποσπασματικά αυτοτελώς χωριστά απομονωμένα διακριτά ασύνδετα
Παραδείγματα χρήσης
- Αποφασίσαμε συλλογικά να κλείσουμε το κατάστημα για σήμερα.
- Οι εργαζόμενοι διεκδίκησαν συλλογικά καλύτερους μισθούς.
- Τα έξοδα καλύφθηκαν συλλογικά από όλα τα μέλη της ομάδας.
- Για να αντιμετωπίσουμε την κλιματική κρίση πρέπει να δράσουμε συλλογικά.
- Οι αλλαγές στην εταιρεία εφαρμόστηκαν συλλογικά μετά τη συνέλευση.