φωτογραφία
ουσιαστικό1. Εικόνα καταγεγραμμένη με τη χρήση φωτός, είτε σε φωτοευαίσθητο υλικό είτε σε ψηφιακό αισθητήρα, που αποτυπώνει πρόσωπα, αντικείμενα ή σκηνές.
2. Εκτύπωση ή αντίγραφο αυτής της εικόνας σε χαρτί ή άλλο υλικό μέσο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η φωτογραφία είναι πολύ καθαρή.
- Έβγαλα μια φωτογραφία από το ηλιοβασίλεμα.
- Η φωτογραφία του γάμου τους ήταν στο τραπέζι.
- Η φωτογραφία εξελίσσεται γρήγορα με την ψηφιακή τεχνολογία.
- Κοίταξα προσεκτικά τη φωτογραφία και αναγνώρισα το μέρος.