θεμιτός
επίθετο1. Που συμμορφώνεται προς κανόνες, νόμους ή γενικά αποδεκτά ηθικά πρότυπα και συνεπώς επιτρέπεται ή γίνεται αποδεκτό.
2. Που δεν περιλαμβάνει απάτη, κατάχρηση ή αθέμιτες πρακτικές, αλλά εκτελείται με τίμιο και ορθό τρόπο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
απαγορευμένος παράνομος απαράδεκτος αθέμιτος άδικος ανήθικος παράτυπος απρεπής αδικαιολόγητος ανεπίτρεπτος λαθραίος
Παραδείγματα χρήσης
- Είναι θεμιτό να επιμείνεις όταν πιστεύεις ότι έχεις δίκιο.
- Η θεμιτή κριτική βοηθά στην πρόοδο της ομάδας.
- Δεν θεωρώ θεμιτό να παίρνει κανείς προνόμια χωρίς κόπο.
- Οι θεμιτοί κανόνες του παιχνιδιού πρέπει να τηρούνται.
- Μόνο ό,τι είναι θεμιτό θα καταχωρηθεί στο αρχείο.