αποδεκτός
επίθετο1. Που γίνεται δεκτό, θεωρείται επαρκές, κατάλληλο ή σύμφωνο με κανόνες, προδιαγραφές ή προσδοκίες.
2. Που μπορεί να γίνει αποδεκτός από άτομα ή ομάδες χωρίς σοβαρές αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μαθητής έγινε αποδεκτός στην ομάδα του σχολείου.
- Η πρότασή της κρίθηκε αποδεκτή από την επιτροπή.
- Το επίπεδο θορύβου θεωρείται αποδεκτό σε αυτό το εργαστήριο.
- Οι όροι συνεργασίας είναι αποδεκτοί από όλες τις πλευρές.
- Δεν είναι αποδεκτό να καθυστερείς χωρίς ενημέρωση.