απρόσδεκτος
επίθετο1. Που προκαλεί άρνηση ή απομάκρυνση από άτομα ή ομάδες, με αποτέλεσμα να μην γίνεται αποδεκτή η παρουσία ή η συμμετοχή του.
Συνώνυμα
ανεπιθύμητος απρόσκλητος παρείσακτος απαράδεκτος απορριπτέος απεχθής απωθητικός ενοχλητικός αχρείαστος περιττός επαχθής
Αντώνυμα
ευπρόσδεκτος επιθυμητός δεκτός αποδεκτός καλοδεχούμενος αγαπητός περιζήτητος επιζητούμενος ποθητός αρεστός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ξάδερφός του ήταν απρόσδεκτος στην οικογενειακή συγκέντρωση.
- Η επίσκεψη της εταιρείας κρίθηκε απρόσδεκτη λόγω των ευαίσθητων αρχείων.
- Τα απρόσδεκτα σχόλια κάτω από το άρθρο προκάλεσαν ένταση.
- Η διακοπή ρεύματος δημιούργησε απρόσδεκτα προβλήματα στη λειτουργία του νοσοκομείου.
- Οι απρόσδεκτοι επισκέπτες απομακρύνθηκαν από το προσωπικό ασφαλείας.