εγκεκριμένος
επίθετο1. Που έχει λάβει επίσημη έγκριση, άδεια ή επικύρωση από αρμόδιο φορέα ή αρχή.
2. Που έχει εγκριθεί για χρήση, εφαρμογή ή ένταξη σε πρόγραμμα, διαδικασία ή κατάλογο.
Συνώνυμα
επικυρωμένος κυρωμένος εγκριθείς αποδεκτός εξουσιοδοτημένος αδειοδοτημένος πιστοποιημένος επιβεβαιωμένος νομιμοποιημένος αναγνωρισμένος επίσημος καθιερωμένος δεκτός δόκιμος επαληθευμένος καθορισμένος επισημοποιημένος θεσμοθετημένος συμφωνημένος ενεργοποιημένος οκ δοκιμασμένος προβλεπόμενος συναινετικός
Αντώνυμα
απορριφθείς ακυρωμένος απαράδεκτος απαγορευμένος ανεπίτρεπτος άκυρος απορριπτέος παράνομος ανεπιθύμητος αμφιλεγόμενος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εγκεκριμένος φάκελος βρίσκεται στο αρχείο του υπουργείου.
- Ο εγκεκριμένος εξοπλισμός πρέπει να χρησιμοποιείται σε όλα τα εργαστήρια.
- Ο εγκεκριμένος προμηθευτής θα προμηθεύσει τα ανταλλακτικά για ένα χρόνο.
- Ο εγκεκριμένος προϋπολογισμός εγκρίθηκε από το δημοτικό συμβούλιο.
- Ο εγκεκριμένος τρόπος εισαγωγής δεδομένων περιλαμβάνεται στο εγχειρίδιο χρήσης.