πρέπων

επίθετο

1. Που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις ή στις προσδοκίες μιας περίστασης, εκδηλώνοντας τη δέουσα συμπεριφορά, μορφή ή στάση.

2. Που είναι συνεπές προς τα ηθικά, κοινωνικά ή τελετουργικά πρότυπα και υποδηλώνει σεβασμό ή επισημότητα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Θεώρησε πρέπων να ζητήσει συγγνώμη δημόσια.
  • Δεν είναι πρέπων να μιλούν έτσι σε επίσημες συναντήσεις.
  • Σε δημόσιες τελετές, θεωρείται πρέπων η τήρηση του πρωτοκόλλου.
  • Ο διευθυντής βρήκε πρέπων να αναφερθεί στο ζήτημα αμέσως.
  • Για την εικόνα του οργανισμού κρίθηκε πρέπων να δημοσιοποιηθούν τα αποτελέσματα.