συνεργατικός
επίθετοΠου χαρακτηρίζεται από συνεργασία μεταξύ ατόμων ή ομάδων για την επίτευξη κοινού σκοπού.
Συνώνυμα
συνεργάσιμος συνεργήσιμος συνεταιρικός συλλογικός ομαδικός συναδελφικός κοινωνικός κοινοτικός βοηθητικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δάσκαλος έχει πολύ συνεργατικός τρόπο και βοηθά όλους τους μαθητές.
- Στην ομάδα μας είναι σημαντικό να είμαστε συνεργατικοί όταν λύνουμε προβλήματα.
- Η Μαρία είναι ιδιαίτερα συνεργατική στις ομαδικές εργασίες.
- Ένα συνεργατικό περιβάλλον κάνει τη δουλειά πιο αποτελεσματική.
- Οι δύο εταιρείες ακολουθούν ένα συνεργατικό μοντέλο ανάπτυξης.