αυτοδύναμος
επίθετο1. Που έχει την ικανότητα να αυτοσυντηρείται ή να λειτουργεί χωρίς εξωτερική βοήθεια.
2. Που διαθέτει επαρκείς πόρους, μέσα ή εξουσία ώστε να ενεργεί ή να αποφασίζει ανεξάρτητα.
Συνώνυμα
αυτάρκης ανεξάρτητος αυτόνομος πλειοψηφικός αυτοσυντηρούμενος αυτοδιαχειριζόμενος αυτεξούσιος αδέσμευτος ικανός αυτοχρηματοδοτούμενος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κυβέρνηση είναι αυτοδύναμη μετά τις εκλογές.
- Ο γιος μου έγινε αυτοδύναμος και ζει μόνος του.
- Οι αγροτικές κοινότητες προσπαθούν να γίνουν αυτοδύναμες στην παραγωγή τροφίμων.
- Το νησί εγκατέστησε ένα αυτοδύναμο σύστημα ηλιακής ενέργειας.
- Με τη σωστή καθοδήγηση, οι μαθητές γίνονται αυτοδύναμοι στη μάθηση.