υποτακτικός
επίθετο1. Που εκδηλώνει ή υποδεικνύει διάθεση υποταγής απέναντι σε πρόσωπα, εξουσία ή περιστάσεις.
2. Που σχετίζεται με την υποτακτική έγκλιση των ρημάτων, εκφράζοντας επιθυμία, υπόθεση, προτροπή ή πιθανότητα αντί βεβαιότητας.
Συνώνυμα
υπάκουος πειθήνιος υποταγμένος δουλικός δουλοπρεπής ευπειθής υποτελής εξαρτημένος ταπεινός υποτασσόμενος παθητικός υποχωρητικός σκυφτός γονατιστός συμβιβαστικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο υποτακτικός μαθητής ακολουθούσε πάντα τις οδηγίες χωρίς αντίρρηση.
- Στη γραμματική, ο υποτακτικός τρόπος χρησιμοποιείται για να εκφράσει επιθυμία, υποθετικότητα ή αβεβαιότητα.
- Ο υποτακτικός σύνδεσμος εισάγει δευτερεύουσες προτάσεις που εξαρτώνται από την κύρια.
- Με τη στάση του απέδειξε ότι είναι υποτακτικός απέναντι στην εξουσία.
- Στο μάθημα εξήγησα ότι ο υποτακτικός τύπος ρημάτων σχηματίζεται συνήθως με το μόριο «να».