συνδεδεμένος
επίθετο1. Που ενώνεται με άλλο αντικείμενο ή μέρος μέσω υλικής, ηλεκτρικής ή μηχανικής σύνδεσης.
2. Που διαθέτει ενεργή σύνδεση με δίκτυο ή συσκευή, επιτρέποντας επικοινωνία ή πρόσβαση σε υπηρεσίες.
Συνώνυμα
συνδεόμενος διασυνδεδεμένος δικτυωμένος συνημμένος δεμένος ενωμένος ενσωματωμένος συσχετισμένος σχετιζόμενος προσαρτημένος δεσμευμένος εμπλεκόμενος συναφής σχετικός συνεργαζόμενος συγγενής εξαρτημένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το τηλέφωνο είναι συνδεδεμένο στο Wi-Fi του σπιτιού.
- Ο χρήστης είναι συνδεδεμένος στο λογαριασμό του από δύο συσκευές.
- Παρά τις αποστάσεις, παραμένουν συνδεδεμένοι συναισθηματικά.
- Η συσκευή είναι συνδεδεμένη στην πρίζα.
- Αυτό το αρχείο είναι συνδεδεμένο με το προφίλ σας.
- Τα καλώδια πρέπει να είναι συνδεδεμένα σωστά πριν την εκκίνηση.