υφιστάμενος
επίθετο1. Που υπάρχει ήδη και ισχύει στην παρούσα χρονική στιγμή, βρίσκοντας εφαρμογή ή λειτουργία στην τρέχουσα κατάσταση.
2. Που βρίσκεται υπό την αρμοδιότητα ή εξουσία άλλου, υποδηλώνοντας κατώτερη θέση ή υπαγωγή.
Συνώνυμα
υπάρχων ισχύων κατώτερος υποτελής υποτεταγμένος τρέχων ενεργός παρών υπάλληλος υποδεέστερος ανειδίκευτος συμβατικός υπηρέτης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο υφιστάμενος ενημέρωσε τον προϊστάμενο για το τεχνικό πρόβλημα.
- Η υφιστάμενη υπάλληλος ανέλαβε το νέο έργο.
- Ο υφιστάμενος νόμος ισχύει μέχρι να εκδοθεί νέος.
- Οι υφιστάμενοι έλαβαν οδηγίες για την εφαρμογή των μέτρων.
- Η έκθεση περιγράφει τα υφιστάμενα προβλήματα υποδομής.