αμερόληπτος
επίθετο1. Που κρίνει ή συμπεριφέρεται χωρίς να ευνοεί κάποιο πρόσωπο, ομάδα ή πλευρά, βασιζόμενο σε αντικειμενικά και δίκαια κριτήρια.
Συνώνυμα
αντικειμενικός απροκατάληπτος αδέκαστος ουδέτερος δίκαιος ανεπηρέαστος αδιάβλητος ανεξάρτητος αποστασιοποιημένος αμέτοχος
Αντώνυμα
μεροληπτικός προκατειλημμένος μερικός άδικος υποκειμενικός μονομερής προτιμητικός κομματικός φαβοριτιστικός διαφημιστικός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δικαστής ήταν αμερόληπτος κατά τη διάρκεια της δίκης.
- Η δημοσιογράφος προσπάθησε να παραμείνει αμερόληπτη στην κάλυψη της είδησης.
- Οι κριτές πρέπει να είναι αμερόληπτοι όταν αξιολογούν τις υποψηφιότητες.
- Το λογισμικό αξιολόγησης έχει σχεδιαστεί για να είναι αμερόληπτο στα αποτελέσματά του.
- Ως μεσολαβητής, κράτησε μια αμερόληπτη στάση για να λύσει τη διαφορά.