παλικαριά
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή χαρακτηριστικό που εκδηλώνει θάρρος, γενναιότητα και αποφασιστικότητα μπροστά σε κίνδυνο ή δυσκολία.
2. Πράξη ή συμπεριφορά που επιδεικνύει αυτοθυσία και τόλμη για την προστασία ή υπεράσπιση άλλων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παλικαριά του να πηδήξει στο ποτάμι και να σώσει το παιδί συγκίνησε όλο το χωριό.
- Έδειξε μεγάλη παλικαριά όταν παραδέχτηκε το λάθος του και ζήτησε συγγνώμη.
- Δεν είναι παλικαριά να φέρεσαι απερίσκεπτα και να βάζεις σε κίνδυνο τους άλλους.
- Μια παλικαριά στην κρίσιμη στιγμή άλλαξε την έκβαση του αγώνα.
- Την παλικαριά του αδερφού του θυμούνται όλοι ως παράδειγμα γενναιότητας.