αυτοπεποίθηση

ουσιαστικό

1. Εσωτερική πίστη ενός ατόμου στην αξία και στις ικανότητές του, που εκδηλώνεται ως σιγουριά και αποφασιστικότητα.

2. Το επίπεδο ασφάλειας και αυτοπεποίθησης που καθορίζει τη συμπεριφορά, την επικοινωνία και την προσέγγιση νέων προκλήσεων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αυτοπεποίθηση του νέου φάνηκε όταν μίλησε μπροστά στο κοινό.
  • Μετά την επιτυχία στις εξετάσεις, η αυτοπεποίθηση της Μαρίνας αυξήθηκε.
  • Μη χάνεις την αυτοπεποίθηση, ακόμη κι αν κάτι δεν πήγε καλά.
  • Η αυτοπεποίθηση των παιδιών ενισχύεται όταν τους δίνουμε θετική ανατροφοδότηση.
  • Η υπερβολική αυτοπεποίθηση μπορεί να οδηγήσει σε λάθη που θα μπορούσαν να αποφευχθούν.