καχεκτικός

επίθετο

1. Που έχει μειωμένο σωματικό βάρος, αδύναμη ή κακοθρεμμένη όψη και εμφανή έλλειψη ζωτικότητας.

2. Που παρουσιάζει περιορισμένη ανάπτυξη ή εξασθένιση λόγω ασθένειας, κακής θρέψης ή γενικής αδυναμίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το καχεκτικός φυτό χρειάζεται περισσότερο φως και νερό.
  • Η ανάπτυξη της επιχείρησης ήταν καχεκτική τα τελευταία χρόνια.
  • Έμοιαζε καχεκτικός μετά την ασθένεια και είχε χάσει πολύ βάρος.
  • Οι καχεκτικοί θάμνοι του κήπου δεν άντεξαν τον καύσωνα.