άτρωτος

επίθετο

1. Που δεν τραυματίζεται ή δεν υφίσταται σωματική βλάβη από χτυπήματα, πληγές ή άλλες βλάβες.

2. Που δεν επηρεάζεται ή δεν θίγεται από επικρίσεις, επιθέσεις ή δυσμενείς επιδράσεις σε ηθικό, κοινωνικό ή συμβολικό επίπεδο.

Συνώνυμα

ανίκητος ακατανίκητος αλώβητος απρόσβλητος απόρθητος αήττητος άθραυστος άθικτος άφθαρτος ακατάβλητος αδούλωτος ανυπέρβλητος ισχυρός ατρόμητος αδιαπέραστος προστατευμένος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ήρωας στο μυθιστόρημα ήταν άτρωτος απέναντι στα όπλα.
  • Το καινούργιο κράνος φαίνεται άτρωτο σε πτώσεις και χτυπήματα.
  • Μετά τις σερί νίκες, η ομάδα νιώθει άτρωτη.
  • Ο διάσημος επιστήμονας νόμιζε ότι ήταν άτρωτος απέναντι στις επικρίσεις.
  • Κανείς δεν είναι πραγματικά άτρωτος στις συνέπειες ενός νέου ιού.