κυρίαρχος
επίθετο1. Που έχει την ανώτατη εξουσία ή δικαιοδοσία σε ένα κράτος, έναν θεσμό ή έναν χώρο, ασκώντας καθολικό έλεγχο στις αποφάσεις και στην τάξη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο βασιλιάς ήταν κυρίαρχος της χώρας.
- Το κράτος είναι κυρίαρχο εντός των συνόρων του.
- Η νέα εταιρεία έγινε κυρίαρχη στην αγορά των smartphones.
- Η ιδέα της προστασίας του περιβάλλοντος έγινε κυρίαρχη στη δημόσια συζήτηση.
- Στους μεσαιωνικούς χρόνους, οι κυρίαρχοι ασκούσαν απόλυτη εξουσία.