λιγνός

επίθετο

1. Που έχει λεπτή, αδύνατη ή λεπτοκαμωμένη σωματική διάπλαση, με μικρό όγκο σώματος.

2. Που έχει μικρό πάχος ή όγκο, λεπτό σε διαστάσεις (για αντικείμενα ή δομές).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο λιγνός νεαρός περπάτησε ήσυχα στο πάρκο.
  • Η λιγνή χορεύτρια κινήθηκε με χάρη στη σκηνή.
  • Το λιγνό πλαίσιο της πόρτας έμοιαζε αδύναμο μετά την καταιγίδα.
  • Η φετινή σοδειά ήταν λιγνή και δεν κάλυπτε τις ανάγκες του χωριού.
  • Οι λιγνοί κορμοί των δέντρων σχημάτιζαν σκιές στο μονοπάτι.