αδιόρατος
επίθετο1. Που είναι τόσο λεπτός ή ασήμαντος ώστε να μην γίνεται εύκολα αντιληπτός από τις αισθήσεις ή την όραση.
2. Που εκδηλώνεται με πολύ μικρή ένταση ή επίδραση, χωρίς να προσελκύει προσοχή ή να προκαλεί εμφανή αλλαγή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Υπήρχε ένας αδιόρατος θόρυβος στο δωμάτιο.
- Διαπίστωσα μια αδιόρατη διαφορά στην απόδοση του κινητήρα.
- Ένα αδιόρατο χαμόγελο φάνηκε στα χείλη της.
- Οι αδιόρατες αλλαγές στο κλίμα παρατηρούνται μόνο με μακροχρόνια δεδομένα.
- Υπήρχε αδιόρατη ένταση στην ατμόσφαιρα πριν την ανακοίνωση.