πρωτόγονος
επίθετο1. Που ανήκει σε πρώιμο, μη ανεπτυγμένο στάδιο της εξέλιξης ή του πολιτισμού, με απλά ή ακατέργαστα χαρακτηριστικά.
2. Που χαρακτηρίζεται από απλότητα και έλλειψη τεχνολογικής, κοινωνικής ή καλλιτεχνικής πολυπλοκότητας.
Συνώνυμα
πρωτογονικός αρχέγονος βάρβαρος βαρβαρικός αρχαϊκός ακατέργαστος άγριος αγροίκος χονδροειδής πρωταρχικός απλοϊκός φυσικός αρχαίος απάνθρωπος αρχικός χυδαίος άξεστος ακαλλιέργητος
Αντώνυμα
πολιτισμένος εκπολιτισμένος ανεπτυγμένος εξελιγμένος εκλεπτυσμένος μοντέρνος σύγχρονος προχωρημένος μορφωμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Οι πρωτόγονοι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν λίθινα εργαλεία.
- Στα απομονωμένα χωριά υπήρχαν πρωτόγονα μέσα επικοινωνίας.
- Η αντίδρασή του ήταν πρωτόγονη και βίαιη.
- Ο οργανισμός αυτός θεωρείται πρωτόγονος σε εξελικτικό επίπεδο.
- Η μουσική έχει έναν πρωτόγονο ρυθμό που αγγίζει τα ένστικτα.