χυδαίος

επίθετο

1. Που χαρακτηρίζεται από έλλειψη λεπτότητας, ευγένειας ή σεβασμού στους κοινωνικούς κανόνες· εκφράζεται ή συμπεριφέρεται με τραχύ, αγενή ή προσβλητικό τρόπο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η συμπεριφορά του ήταν χυδαία.
  • Ο τρόπος που μίλησε ήταν χυδαίος.
  • Έκανε ένα χυδαίο αστείο που προσέβαλε πολλούς.
  • Οι σχολιαστές ήταν χυδαίοι και προκάλεσαν αντιδράσεις.
  • Στο τραπέζι ακούστηκαν χυδαίες εκφράσεις.
  • Το υλικό της εκπομπής ήταν υπερβολικά χυδαίο για ώρες αιχμής.