σεμνότυφος
επίθετοΠου δείχνει υπερβολική αυστηρότητα ή επιδεικτική επιφυλακτικότητα σε ζητήματα ηθικής, συμπεριφοράς ή ευπρέπειας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο θείος μου είναι πολύ σεμνότυφος και ενοχλείται με κάθε αστείο για το σεξ.
- Η δασκάλα δεν ήταν σεμνότυφη· μιλούσε άνετα και με φυσικότητα για θέματα σχέσεων.
- Μου φάνηκε σεμνότυφο το σχόλιό του, επειδή απέφυγε να πει ακόμα και τις πιο απλές λέξεις.
- Στο χωριό τον θεωρούσαν σεμνότυφο, επειδή επέκρινε τα πάντα που του φαίνονταν «απρεπή».
- Δεν θέλω σεμνότυφες αντιδράσεις σε μια απλή συζήτηση για την υγεία και το σώμα.