καλαίσθητος

επίθετο

Που έχει αρμονική και ευχάριστη εμφάνιση, με προσεγμένη αισθητική.

Συνώνυμα

κομψός καλλίσθητος όμορφος ωραίος εκλεπτυσμένος φινετσάτος ευπρεπής καλλιτεχνικός χαριτωμένος ευπαρουσίαστος προσεγμένος αρμονικός αισθητικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το διαμέρισμα είναι πολύ καλαίσθητο και φωτεινό.
  • Διάλεξε ένα καλαίσθητο τραπέζι για το σαλόνι.
  • Η αίθουσα ήταν απλή αλλά καλαίσθητη.
  • Φόρεσε ένα καλαίσθητο σακάκι στη δεξίωση.
  • Το εξώφυλλο του βιβλίου είναι ιδιαίτερα καλαίσθητο.