χαλαρότητα
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή ιδιότητα κατά την οποία κάτι είναι λιγότερο σφιχτό, στερεωμένο ή τεταμένο από το αναμενόμενο, επιτρέποντας κίνηση ή μεταβολή.
Συνώνυμα
χαλάρωση χαλάρωμα επιείκεια ανοχή παραμέληση αμέλεια απροσεξία ανευθυνότητα τσαπατσουλιά αταραξία ηρεμότητα προχειρότητα αμεριμνησία εφησυχασμός ξεγνοιασιά άνεση ελαστικότητα ρευστότητα ελαφρότητα αδιαφορία επιπολαιότητα ευκολία νωθρότητα τεμπελιά ψυχραιμία ηρεμία γαλήνη ανεκτικότητα διαλλακτικότητα ειρηνικότητα ηπιότητα οικειότητα ραθυμία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η χαλαρότητα του κορδονιού έκανε το παπούτσι να λύνεται συνεχώς.
- Στην ομάδα επικρατεί χαλαρότητα, οπότε οι προθεσμίες συχνά αγνοούνται.
- Μετά το μασάζ ένιωσε χαλαρότητα στους μυς και λιγότερο πόνο.
- Η χαλαρότητα στην επίβλεψη επέτρεψε να συμβούν ατυχήματα στο εργοτάξιο.
- Απολαμβάνω τη χαλαρότητα των διακοπών χωρίς καθημερινό πρόγραμμα.