διαλλακτικότητα

ουσιαστικό

1. Ιδιότητα του να δείχνει κανείς προθυμία για συμβιβασμό και να τροποποιεί τις απαιτήσεις ή τις απόψεις του ώστε να επιτευχθεί συμφωνία ή αρμονική συνεργασία.

Συνώνυμα

συμβιβαστικότητα συμβιβασιμότητα υποχωρητικότητα ανοχή ευελιξία προσαρμοστικότητα ελαστικότητα συγκαταβατικότητα συνεργατικότητα επιείκεια διπλωματία ανεκτικότητα ανοικτότητα προθυμία ευκαμψία χαλαρότητα συμμόρφωση ανοιχτότητα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η διαλλακτικότητα του διευθυντή διευκολύνει τη λύση των διαφορών.
  • Σε μια επιχείρηση απαιτείται διαλλακτικότητα ανάμεσα στους συνεργάτες για αποτελεσματική συνεργασία.
  • Οι γονείς έδειξαν διαλλακτικότητα στο πρόγραμμα του σχολείου όταν προέκυψαν αλλαγές.
  • Η διαλλακτικότητα στις διεθνείς διαπραγματεύσεις απέτρεψε μια κρίση.
  • Παρά τις πιέσεις, η ομάδα τήρησε διαλλακτικότητα και βρήκε κοινό τόπο.