χαίρομαι
ρήμα1. Νιώθω χαρά ή ευχαρίστηση, αισθάνομαι ικανοποίηση λόγω κάποιου γεγονότος ή κατάστασης.
2. Εκφράζω ικανοποίηση ή χαρά για κάτι που συμβαίνει ή για την πορεία/επιτυχία κάποιου.
3. Απολαμβάνω ή περνώ ευχάριστα τον χρόνο συμμετέχοντας σε δραστηριότητες.
Συνώνυμα
ευφραίνομαι αγαλλιάζω χαιρώ απολαμβάνω χαίρω αγαλλιάζομαι ευτυχώ ευχαριστιέμαι γουστάρω πανηγυρίζω κεφάνομαι νιώθω αισθάνομαι διασκεδάζω ενθουσιάζομαι γλεντάω ικανοποιούμαι σκιρτώ εκστασιάζομαι θριαμβεύω καμαρώνω γιορτάζω
Αντώνυμα
λυπάμαι λυπούμαι στενοχωριέμαι στενοχωρούμαι χαλάω κλαίω ζηλεύω μετανιώνω πάσχω υποφέρω αναστενάζω αηδιάζω θρηνώ στεναχωριέμαι γκρινιάζω ενοχλούμαι κακοπαθώ πενθώ πληγώνομαι τραβιέμαι θλίβομαι πικραίνομαι καταθλίβομαι απογοητεύομαι πονάω παραπονιέμαι στενάζω μελαγχολώ οδύρομαι αγχώνομαι μισώ τραβώ θυμώνω βασανίζομαι πονώ εκνευρίζομαι συμπάσχω δακρύζω δυσφορώ
Παραδείγματα χρήσης
- χαίρομαι που σε βλέπω.
- χαίρομαι που σε γνωρίζω.
- χαίρομαι που πέρασες τις εξετάσεις.
- χαίρομαι όταν ακούω μουσική.
- χαίρομαι για σένα που τα κατάφερες.