χαίρομαι

ρήμα

1. Νιώθω χαρά ή ευχαρίστηση, αισθάνομαι ικανοποίηση λόγω κάποιου γεγονότος ή κατάστασης.

2. Εκφράζω ικανοποίηση ή χαρά για κάτι που συμβαίνει ή για την πορεία/επιτυχία κάποιου.

3. Απολαμβάνω ή περνώ ευχάριστα τον χρόνο συμμετέχοντας σε δραστηριότητες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • χαίρομαι που σε βλέπω.
  • χαίρομαι που σε γνωρίζω.
  • χαίρομαι που πέρασες τις εξετάσεις.
  • χαίρομαι όταν ακούω μουσική.
  • χαίρομαι για σένα που τα κατάφερες.