κεφάνομαι
ρήμα1. Βρίσκομαι σε ευθυμία και ενεργώ με διάθεση για διασκέδαση, συμμετέχοντας σε ευχάριστες δραστηριότητες.
2. Εκδηλώνω την καλή διάθεση με ζωηρή συμπεριφορά, όπως γέλιο, τραγούδι ή χορό.
Συνώνυμα
διασκεδάζω ξεφαντώ ξεσαλώνω ευθυμώ γλεντάω χαίρομαι ευφραίνομαι ευχαριστιέμαι χαίρω αγαλλιάζομαι απολαμβάνω σκίζω
Αντώνυμα
στενοχωριέμαι λυπάμαι θλίβομαι μελαγχολώ βαριέμαι καταθλίβομαι κατσουφιάζω σκυθρωπιάζω απογοητεύομαι κλαίω
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα κεφάνομαι πολύ, ο ήλιος με έχει ανεβάσει.
- Όταν βγαίνουμε με φίλους, πάντα κεφάνομαι.
- Δεν κεφάνομαι να βγω έξω απόψε.
- Ξαφνικά κεφάνομαι και αρχίζω να τραγουδάω.
- Στο πάρτι κεφάνομαι τόσο πολύ που δεν θέλω να φύγω.