πανηγυρίζω
ρήμα1. Εκδηλώνω χαρά ή ενθουσιασμό με φωνές, χορό, τραγούδι ή άλλες εορταστικές ενέργειες, συχνά σε δημόσιο ή κοινωνικό πλαίσιο.
2. Διοργανώνω ή λαμβάνω μέρος σε πανηγύρι ή άλλη εορταστική σύναξη με εμπορικές, θρησκευτικές ή ψυχαγωγικές δραστηριότητες.
Συνώνυμα
γιορτάζω εορτάζω γλεντάω ξεφαντώνω διασκεδάζω χαίρομαι θριαμβεύω θριαμβολογώ ξεσαλώνω ευφραίνομαι αγαλλιάζομαι επιχαίρω ενθουσιάζομαι χειροκροτώ τραγουδάω χορεύω καμαρώνω χαίρω επευφημώ παραληρώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ πανηγυρίζω όταν κερδίζω κάτι για το οποίο κόπιασα.
- Κάθε φορά που η ομάδα μας νικά, πανηγυρίζω μαζί με τους φίλους στο γήπεδο.
- Τον Αύγουστο στο χωριό πανηγυρίζω στο πανηγύρι της εκκλησίας με χορό και φαγητό.
- Όταν ακούω τα καλά νέα, αμέσως πανηγυρίζω μέσα μου.
- Μερικές φορές, βλέποντας τον αντίπαλο να κάνει λάθος, δεν μπορώ να αντισταθώ και πανηγυρίζω εσωτερικά.