ζηλεύω
ρήμα1. Αισθάνομαι δυσάρεστη συναισθηματική ένταση και έντονη επιθυμία επειδή κάποιος άλλος διαθέτει, επιτυγχάνει ή απολαμβάνει κάτι που θέλω ή θεωρώ ότι μου αναλογεί.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τη ζηλεύω για το ταλέντο της στη ζωγραφική.
- Τον ζηλεύω όταν μιλάει με άλλη γυναίκα.
- Τους ζηλεύω που ταξιδεύουν σε όλο τον κόσμο.
- Το ζηλεύω και θα ήθελα κι εγώ ένα τέτοιο.
- Δεν ζηλεύω χωρίς λόγο, απλώς ανησυχώ για τη σχέση μας.