χαίρω
ρήμα1. Νιώθω ή εκφράζω χαρά, ικανοποίηση ή ευχαρίστηση.
2. Εκφράζω ευχαρίστηση ως χαιρετισμό ή ευχή κατά τη συνάντηση ή γνωριμία με κάποιον (π.χ. «χαίρω πολύ»).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Χαίρω πολύ που σε γνωρίζω.
- Χαίρω που τα κατάφερες στις εξετάσεις.
- Χαίρω για την επιτυχία σου και εύχομαι να συνεχίσεις έτσι.
- Χαίρω που επέστρεψες στην πόλη μετά από τόσο καιρό.
- Χαίρω που, παρά τις δυσκολίες, δεν το παράτησες.