ευφραίνομαι

ρήμα

1. Νιώθω ευχάριστη ανάταση στο πνεύμα ή στο συναίσθημα, με αίσθηση ικανοποίησης και ζωηρότητας.

2. Εκδηλώνω εξωτερικά ζωηρή ευθυμία ή χαρούμενη διάθεση που γίνεται εμφανής στην έκφραση ή στη συμπεριφορά.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε φορά που ακούω τα παιδιά να γελούν, ευφραίνομαι.
  • Με την είδηση της αποκατάστασης της υγείας του φίλου μου, ευφραίνομαι βαθιά.
  • Βλέποντας ένα πανέμορφο έργο τέχνης στο μουσείο, ευφραίνομαι από θαυμασμό.
  • Κάθε άνοιξη, ευφραίνομαι με τα πρώτα άνθη και τα γλυκά αρώματα.
  • Όταν με καλοδέχεσαι στο σπίτι σου, ευφραίνομαι και αισθάνομαι ευγνωμοσύνη.