λυπούμαι
ρήμα1. Νιώθω λύπη ή θλίψη εξαιτίας κάποιου γεγονότος, απώλειας ή δυσάρεστης είδησης.
2. Εκφράζω μεταμέλεια ή συγγνώμη για κάτι που συνέβη ή για κάποια πράξη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- λυπούμαι που δεν μπόρεσα να έρθω χτες.
- λυπούμαι πολύ για τον χαμό του πατέρα σου.
- λυπούμαι όταν βλέπω παιδιά να υποφέρουν.
- λυπούμαι για την αναστάτωση που προκλήθηκε.
- Ξέρω ότι σε πλήγωσα — λυπούμαι που σε απογοήτευσα.