αναστενάζω
ρήμα1. Κάνω βαθιά, συνήθως μακρόσυρτη εκπνοή που συνοδεύεται από ήχο, ως φυσική αντίδραση σε κόπωση, πόνο, λύπη, ανακούφιση ή απογοήτευση.
Συνώνυμα
στενάζω στένω ξεφυσώ στεναγάζω βογκώ βαρυστενάζω στεναχίζω ανακουφίζομαι παραπονιέμαι γκρινιάζω οδύρομαι θρηνώ λυπάμαι απελπίζομαι στεναχωριέμαι σπαράζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, όλοι αναστενάζουν από ανακούφιση.
- Όταν θυμάται τα παλιά, η Μαρία αναστενάζει γεμάτη νοσταλγία.
- Κάθε πρωί που βλέπω το χάος στο γραφείο, αναστενάζω και αρχίζω να καθαρίζω.
- Στα δύσκολα χρόνια, εμείς αναστενάζαμε συχνά από κόπωση και άγχος.
- Καθώς διάβαζε την επιστολή, αναστενάζοντας, προσπάθησε να συγκρατήσει τα δάκρυά του.