φύλακας
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που επιτηρεί και προστατεύει χώρο, αντικείμενα ή πρόσωπα, αποτρέποντας εισβολές, κλοπές ή άλλες απειλές.
2. Άτομο που έχει επίσημη ή νομική ευθύνη για τη φύλαξη περιουσίας, εγκαταστάσεων ή αρχείων.
Συνώνυμα
φρουρός σκοπός φύλαξ δεσμοφύλακας θυρωρός πορτιέρης σεκιουριτάς επιτηρητής θεματοφύλακας προστάτης αστυφύλακας τηρητής αρχιφύλακας φρουρά άγγελος σωτήρας φροντιστής χωροφύλακας επιμελητής σωματοφύλακας νυχτοφύλακας παρατηρητής συνοδός κηδεμόνας στρατιώτης λιμενικός συντηρητής γονιός σκύλος μπάτσος αξιωματικός υπαστυνόμος αστυνόμος ένστολος γονέας παραστάτης υπερασπιστής επόπτης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο φύλακας του μουσείου έκλεισε την αίθουσα στις οκτώ.
- Οι φύλακες της εισόδου έλεγξαν τις ταυτότητες πριν αφήσουν τους επισκέπτες.
- Ο παππούς ήταν ο φύλακας των μικρών κοριτσιών της οικογένειας.
- Ο φύλακας άγγελός του τον προστάτευε πάντα.
- Ο φύλακας της εστίας έκανε μια εντυπωσιακή επέμβαση στο τελευταίο λεπτό.