εγκληματίας

ουσιαστικό

1. Άτομο που διαπράττει ενέργειες που συνιστούν εγκλήματα σύμφωνα με το ποινικό δίκαιο ή που θεωρούνται παράνομες από την κοινωνία.

2. Άτομο που έχει καταδικαστεί για τέτοιες παράνομες πράξεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο εγκληματίας συνελήφθη χθες το βράδυ.
  • Ο εγκληματίας κρίθηκε ένοχος από το δικαστήριο.
  • Τον χαρακτήρισαν εγκληματία για την οικολογική καταστροφή.
  • Νιώθω σαν εγκληματίας όταν ξεχνάω να τηρήσω τις υποχρεώσεις μου.
  • Η εγκληματίας καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλάκιση.