χάκερ
ουσιαστικό1. Άτομο με εξειδίκευση στην ανάπτυξη, ανάλυση ή χειρισμό συστημάτων υπολογιστών και λογισμικού, ικανό να κατανοεί και να τροποποιεί πολύπλοκα προγράμματα και υποδομές.
Συνώνυμα
κράκερ παραβιαστής εισβολέας πειρατής κυβερνοεγκληματίας κυβερνοπειρατής σπαστής διαρρήκτης παραβάτης προγραμματιστής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο χάκερ παραβίασε τα αρχεία της εταιρείας.
- Η εταιρεία πρόσλαβε μια χάκερ για να ελέγξει την ασφάλεια των διακομιστών.
- Ο χάκερ μεταποίησε το παλιό ρολόι σε έξυπνη συσκευή.
- Είναι χάκερ στον προγραμματισμό και λύνει σύνθετα προβλήματα γρήγορα.
- Οι χάκερ αποκάλυψαν ένα ευρύ πρόβλημα ασφαλείας στο λογισμικό.