θυρωρός
ουσιαστικό1. Άτομο που εργάζεται στην είσοδο κτιρίου ή οικίας, υποδέχεται και ελέγχει την είσοδο των επισκεπτών, ανοίγει και κλείνει πόρτες και επιβλέπει την ασφάλεια και την τάξη στους κοινούς χώρους.
Συνώνυμα
πορτιέρης πορτάρης πορτατζής πόρτας σεκιουριτάς φύλακας φρουρός επιστάτης ρεσεψιονίστ θεματοφύλακας προστάτης φρουρά υπηρέτης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο θυρωρός άνοιξε την πόρτα στους επισκέπτες και τους υποδέχτηκε με ένα χαμόγελο.
- Στο ξενοδοχείο, ο θυρωρός με βοήθησε να ανεβάσω τις βαλίτσες στο δωμάτιο.
- Ο θυρωρός του εργοστασίου ελέγχει κάθε όχημα πριν από την είσοδο στον χώρο.
- Στην κοινότητα, ο θυρωρός θεωρείται προστάτης της τοπικής παράδοσης.
- Ανέλαβε εργασία ως θυρωρός στην πολυκατοικία μετά τη συνταξιοδότηση του προηγούμενου υπαλλήλου.