γονιός

ουσιαστικό

Άτομο που έχει βιολογική, νομική ή θετή σχέση με ένα παιδί και αναλαμβάνει την ευθύνη για τη φροντίδα, την ανατροφή, την προστασία και την υποστήριξη της σωματικής, ψυχικής και κοινωνικής του ανάπτυξης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε γονιός θέλει το καλύτερο για το παιδί του.
  • Ο γονιός υπέγραψε τη συγκατάθεση για την εκδρομή.
  • Η Μαρία έγινε πρόσφατα γονιός και προσπαθεί να ισορροπήσει δουλειά και μωρό.
  • Οι γονείς συμμετείχαν στη συνάντηση του σχολείου.
  • Η δικαστική απόφαση έδωσε την επιμέλεια στον γονιό.