τρομοκράτης
ουσιαστικόΆτομο που προβαίνει σε πράξεις ή απειλές βίας και καταστροφής, συνήθως εναντίον αμάχων ή υποδομών, με σκοπό να προκαλέσει φόβο, να επηρεάσει πολιτικές αποφάσεις ή να προωθήσει ιδεολογικά, πολιτικά ή θρησκευτικά αιτήματα.
Συνώνυμα
εξτρεμιστής τζιχαντιστής καμικάζι παρακρατικός συμμορίτης κακοποιός σαμποτέρ αντάρτης επαναστάτης μαχητής δράστης εγκληματίας δολοφόνος εκτελεστής φονιάς ληστής τύραννος φανατικός φονεύς επιδρομέας
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο τρομοκράτης συνελήφθη από τις αρχές χθες το βράδυ.
- Ο τρομοκράτης καταδικάστηκε σε ισόβια για τις βομβιστικές επιθέσεις.
- Ο τρομοκράτης δήλωσε στην απολογία του ότι δρούσε μόνος.
- Ο τρομοκράτης ήταν μέλος μιας διεθνούς οργάνωσης, σύμφωνα με τις έρευνες.
- Η λέξη τρομοκράτης χρησιμοποιείται συχνά στα μέσα ενημέρωσης για να περιγράψει όσους χρησιμοποιούν βία για πολιτικούς σκοπούς.