μπάτσος

ουσιαστικό

1. Λαϊκό, συνήθως υβριστικό προσωνύμιο για μέλος του σώματος της αστυνομίας ή αστυνομικό, που δηλώνει περιφρόνηση ή αρνητική στάση απέναντι στον υπηρετούντα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο μπάτσος έκοψε κλήση για παράνομο παρκάρισμα.
  • Κάποιοι φώναζαν «μπάτσος» στους αστυνομικούς μετά το επεισόδιο.
  • Μην είσαι μπάτσος μαζί μου, άσε με να εξηγήσω.
  • Στην ταινία ο μπάτσος παρουσιάστηκε διεφθαρμένος.
  • Ο παλιός μπάτσος της γειτονιάς βοηθούσε τα παιδιά όταν χρειαζόταν.