αρχιφύλακας

ουσιαστικό

1. Στρατιωτικός ή αστυνομικός βαθμός ή θέση με αρμοδιότητα για τη διοίκηση και την επιτήρηση φρουράς, ομάδας ή μονάδας ασφαλείας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο αρχιφύλακας οργάνωσε την επιχείρηση τη νύχτα.
  • Ο αρχιφύλακας του μουσείου περιόδευε στους εκθεσιακούς χώρους.
  • Ο καθηγητής ήταν ο αρχιφύλακας των παραδόσεων του τμήματος.
  • Στο φυλάκιο υπηρετούσε ο αρχιφύλακας ως υπεύθυνος βάρδιας.
  • Μετά την προαγωγή, ο αρχιφύλακας ανέλαβε νέα καθήκοντα διοίκησης.