αρχιφύλακας
ουσιαστικό1. Στρατιωτικός ή αστυνομικός βαθμός ή θέση με αρμοδιότητα για τη διοίκηση και την επιτήρηση φρουράς, ομάδας ή μονάδας ασφαλείας.
Συνώνυμα
φύλακας φρουρός δεσμοφύλακας σκοπός σεκιουριτάς σωφρονιστής αστυνομικός αστυνόμος επικεφαλής αρχηγός προϊστάμενος επόπτης αξιωματικός υπαστυνόμος λοχίας επιλοχίας μπάτσος τηρητής επιστάτης προστάτης ανθυπαστυνόμος χωροφύλακας
Αντώνυμα
κρατούμενος φυλακισμένος δεσμώτης αιχμάλωτος κατάδικος εγκληματίας ληστής δράστης παραβάτης διαρρήκτης θύμα φυγάς ύποπτος κατηγορούμενος συλληφθείς εισβολέας καταζητούμενος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αρχιφύλακας οργάνωσε την επιχείρηση τη νύχτα.
- Ο αρχιφύλακας του μουσείου περιόδευε στους εκθεσιακούς χώρους.
- Ο καθηγητής ήταν ο αρχιφύλακας των παραδόσεων του τμήματος.
- Στο φυλάκιο υπηρετούσε ο αρχιφύλακας ως υπεύθυνος βάρδιας.
- Μετά την προαγωγή, ο αρχιφύλακας ανέλαβε νέα καθήκοντα διοίκησης.